ρούτα

(ruta). Γένος φυτών της οικογένειας των ρουτιδών. Είναι πολυετείς πόες, αδενώδεις, που ευδοκιμούν στις χώρες γύρω από τη Μεσόγειο και την κεντρική Ασία. Έχουν φύλλα που εναλλάσσονται, φτερωτά και ακέραια. Τα άνθη τους είναι ακτινόμορφα και έχουν χρώμα κίτρινο ή πρασινωπό. Ο καρπός τους είναι κάψα με 4-5 λοβούς που ανοίγει συνήθως στην κορυφή. Τα περισσότερα φυτά του είδους είναι χρήσιμα στη φαρμακευτική και μερικά άλλα καλλωπιστικά.
* * *
η, Ν
βοτ. γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που ανήκει στην οικογένεια ρουτίδες τής τάξης ρουτώδη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. ruta < λατ. ruta «είδος φυτού»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απήγανος — Πολυετές φυτό με αποξυλωμένη βάση και όψη μικρού θάμνου. Ανήκει στην οικογένεια των ρουτιδών που περιλαμβάνει είδη κυρίως των θερμών περιοχών, ξυλώδη και με έντονο άρωμα. Αυτοφυής σε ξηρούς πετρώδεις τόπους της μεσογειακής ζώνης, ο α. έχει φύλλα… …   Dictionary of Greek

  • раут — (англ.) собрание (в высшем кругу), днем или вечером без плясок Ср. О, да, ты прав, поэт! Уныние везде... Бесцельно ли гранят каменья мостовой, Сойдутся ль погулять на празднике народном, На чинном рауте ль томятся в зале модном, Решают ли вопрос… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • Раут — Раутъ (англ.) собраніе (въ высшемъ кругу) днемъ или вечеромъ безъ плясокъ. Ср. О, да, ты правъ, поэтъ! Уныніе вездѣ... Безцѣльно ли гранятъ каменья мостовой, Сойдутся ль погулять на праздникѣ народномъ, На чинномъ раутѣ ли томятся въ залѣ модномъ …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ρουτίδες — (rutaceae). Οικογένεια δικοτυλήδονων φυτών, της τάξης των γερανιωδών. Οι ρ. είναι δέντρα, θάμνοι ή φυτά ποώδη, με φύλλα συνήθως απλά, πολυσχιδή ή σύνθετα, που φέρουν διαφανή στίγματα, χωρίς παράφυλλα. Τα άνθη τους είναι γενικά ερμαφρόδιτα και ο… …   Dictionary of Greek

  • ρουτίνη — η, Ν (φαρμ.) ετεροζίτης που υπάρχει στα φύλλα τού απήγανου και άλλων φυτών, όπως τής τομάτας, τής τριανταφυλλιάς κ.ά., και ο οποίος αυξάνει την τονικότητα τών αγγειακών τοιχωμάτων και προλαμβάνει τις αιμορραγικές διαταραχές. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά… …   Dictionary of Greek

  • σιδερόχορτο — και σιδεροχόρτι και σιδεροχόρταρο, το, Ν 1. βοτ. κοινή ονομασία είδους τού φυτού ρούτα 2. (λαογρ.) σπάνιο μυθικό φυτό που, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες, παρέχει σε όποιον τό κατέχει τη δυνατότητα τής διάνοιξης σιδερένιων κλείθρων, τής διάρρηξης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.